Γυρισμός | Ποιήματα Κύπρου
- Chris Zachariou

- 17 Απρ
- διαβάστηκε 2 λεπτά
Έγινε ενημέρωση: 19 Απρ

Αυτοί που φύγανε
πολλοί σχεδόν αμούστακοι,
ψηλοί σαν κυπαρίσσια
και με καρδιές φαρδιές
σαν τον ορίζοντα.
Λέγανε —
αν θέλει ο θεός, του χρόνου.
Νερά, χιόνι, ομίχλη.
Τα χρόνια στην αρχή
περνούσανε αργά,
όμως σαν αστραπή στο τέλος.
Πάντα στο μέσο του πελάγου.
Μήτε εδώ, μα μήτε εκεί.
Ξένοι και ακάλεστοι στην ξενιτειά,
ξένοι και στον τόπο τους.
Πολλοί χάθηκαν στο ξένο χώμα—
άραγε ποιος θυμάται τ’ όνομά τους;
Λίγοι, οι τυχεροί, γυρνούνε πίσω
στην αρχαία γη σαν πουλιά
με τσακισμένα τα φτερά τους.
Κάθονται στο καφενέ
με φίλους της παλιάς ζωής.
Μάτια ξέθωρα,
γκρίζοι και σκυφτοί, το βάρος
του καιρού στους ώμους τους.
“Τι έγινε ο Γιάγκος;”
“Μακαρίστηκε πριν λίγα χρόνια.”
“Κι ο Μιχάλης του Λιοντή;”
“Εγώ είμαι ο Μιχάλης.”
“Συγχώρα με σε ‘χω ξεχάσει.”
Χαμογελούν, αστείο θάταν
λένε, μα σκιές πέφτουνε κρυφά
στα μουσκεμένα μάτια τους.
Αφηγούνται ξεχασμένες ιστορίες
—μια-δυο ώρες—
μα μετά δεκάδες χρόνια σιωπής
πέφτει ανάμεσά τους.
Αυτό το ποίημα είναι μέρος της συλλογής Ποιήματα Κύπρου
Λίγα λόγια για το ποίημα…
Ποιήματα Κύπρου: Ξενιτιά, γυρισμός και η σιωπή του χρόνου
Στα Ποιήματα Κύπρου η ξενιτιά δεν παρουσιάζεται ως απλή γεωγραφική μετακίνηση, αλλά ως μια αργή μετατόπιση της μνήμης και της ταυτότητας. Ο γυρισμός, αντί να λειτουργεί ως λύτρωση, συχνά αποκαλύπτει ένα κενό: τον χρόνο που πέρασε και δεν μπορεί να ανακτηθεί. Σε ένα Κυπριακό καφενείο, εκεί όπου οι φωνές χαμηλώνουν και τα βλέμματα μένουν για λίγο ακίνητα, η μνήμη βαραίνει χωρίς να δηλώνεται.
Η ποίηση αυτής της παράδοσης δεν επιδιώκει να εξηγήσει την απώλεια· την αφήνει να υπάρξει μέσα από εικόνες λιτές και επαναλαμβανόμενες. Η θάλασσα δεν είναι μόνο πέρασμα, αλλά και κατάσταση: "πάντα στο μέσο του πελάγου". Εκεί, ανάμεσα στο εδώ και το εκεί, διαμορφώνεται μια ύπαρξη που δεν ανήκει πλήρως πουθενά. Η επιστροφή—ή καλύτερα ο γυρισμός—δεν αναιρεί αυτή την ενδιάμεση συνθήκη, αλλά την καθιστά ορατή.
Στο εσωτερικό του καφενείου, η συλλογική εμπειρία της μνήμης εκδηλώνεται με τρόπο σχεδόν ανεπαίσθητο. Οι συνομιλίες ξεκινούν απλά, με ερωτήσεις για πρόσωπα και ονόματα, όμως σύντομα αποκαλύπτουν τα κενά τους. Το "Εγώ είμαι ο Μιχάλης" δεν λειτουργεί μόνο ως απάντηση, αλλά ως ρήγμα: η ταυτότητα χρειάζεται πλέον να δηλωθεί, επειδή δεν αναγνωρίζεται. Η φράση "Συγχώρα με, σε ’χω ξεχάσει" δεν είναι απλώς απολογία· είναι η παραδοχή μιας φθοράς που δεν μπορεί να αναστραφεί.
Η σιωπή που ακολουθεί δεν είναι απουσία λόγου, αλλά συσσώρευση χρόνου. Όσα δεν ειπώθηκαν ή δεν μπορούν πλέον να ειπωθούν, συγκεντρώνονται και αποκτούν βάρος. Στα "Ποιήματα Κύπρου", η σιωπή δεν αντιτίθεται στη μνήμη· είναι η τελική της μορφή. Εκεί όπου οι ιστορίες επαναλαμβάνονται για λίγο—"μια-δυο ώρες"—η σιωπή επιστρέφει πιο πυκνή, σαν κάτι που πέφτει ανάμεσα στους ανθρώπους και τους χωρίζει.
Έτσι, η ποίηση δεν καταγράφει μόνο την εμπειρία της ξενιτιάς, αλλά και την αδυναμία του γυρισμού να την αναιρέσει. Οι μορφές που επιστρέφουν δεν είναι ίδιες με εκείνες που έφυγαν. Κουβαλούν μαζί τους το βάρος του χρόνου, όχι ως αφηρημένη έννοια, αλλά ως κάτι που έχει ήδη εγγραφεί στο σώμα και στη μνήμη. Και μέσα σε αυτό το ήσυχο πλαίσιο, το Κυπριακό καφενείο γίνεται ο τόπος όπου η απώλεια δεν δηλώνεται—απλώς κάθεται, ανάμεσα στους άλλους.



Σχόλια